Η ιστορία της οικογένειας που δεν σκέφτηκε ποτέ να στείλει τα εργοστάσιά της εκτός Ελλάδας ή να μην χρησιμοποιήσει ελληνικά δέρματα και ντόπιους τεχνίτες για τα προϊόντα της.
Θυμάμαι, στις αρχές της δεκαετίας του '80, το πρώτο «επώνυμο» ζευγάρι παπούτσια που μού είχε αγοράσει η μάνα μου. Ήταν Boxer.
Το είχα λιώσει εκείνο το ζευγάρι –πιο πολύ κι απ' τα αθλητικά μου, «σπορτέξ» τα λέγαμε τότε. Ήταν χρόνια διαφορετικά απ' αυτά που ζήσαμε τις δύο τελευταίες δεκαετίες:
Τα παιδιά των μεσοαστικών οικογενειών, όπως ήταν η δική μου, δεν διέθεταν από πέντε κι έξι ζευγάρια παπούτσια. Είχαμε τα σπορτέξ, τα καθημερινά για το σχολείο και τα λουστρίνια για τις «επίσημες» εμφανίσεις μας. Άρα τα καθημερινά έπρεπε να είναι γερά κι άνετα. Τα αγγλικά στη μάρκα και η ποιότητα εκείνου του ζευγαριού με είχαν παραπλανήσει: Νόμιζα ότι η μητέρα μου είχε βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, ότι μού είχε πάρει εισαγόμενα.